Ωρα 4.05 το πρωι, 18/1/2013 Αγρίνιο

Αδιάφορα διαβάζω αυτό που άφησε το πρωί.
Παράκληση ή προσταγή…; Μάλλον προστακτική…

Ξημέρωμα. Κοιμάται κι εγώ μιλώ με τις σκιες και με το φόβο.
Μα στ’αλήθεια, αν γυρίσω και δω πίσω μου,
θα δω Άγγελο ή πάλι φόβο;

Βαρέθηκα να συνομιλώ με σκεψεις
που συνεχώς σκεπάζουν τα θέλω, τα μπορώ.
Τις ξερω αυτές τις σκεψεις, είναι του φοβου οι φιλες !
Όταν ειμαι αδυναμη, ερχονται να μου κανουν παρέα, όχι από καλοσύνη…
Τις αγνοώ, προσπαθω να τις αποφύγω ευγενικά όμως αυτές μενουν.
Κι έτσι το ξημερωμα μας βρισκει. Ή στο σαλονι ή στο μουσικο δωματιο.
Αυτές τις ώρες βουτούν στον ψυχισμό μου και ψαρεύουν στιγμές,
μυστικές μοναξιές, θαμπές αναλαμπές και σκόρπιες νότες…
Mονάχα τις ψαρεύουν, τις φωτίζουν μα δεν τις προσδιορίζουν,
δεν τις τακτοποιούν.

Κι όταν ο ήλιος γνέψει, η σκια από μαύρη γίνεται ωχρή,
Και το σώμα από ωχρό γίνεται μαύρο…
Τότε είναι που με το ζόρι σέρνεται και παει να κοιμηθει.
Πρέπει να παει να κοιμηθει…

Το σημείωμα στο τραπεζι ασυναίσθητα γεμισε μοτίβα και μουντζούρες.
Τελικα η τζαζ καταφερε να με εξημερωσει,
απορροφώντας τις σκιες και τις σκεψεις.
Ισως να καταφερει καποια στιγμη να εξοστρακίσει και τον φοβο…

(Μ.Π.)


Categories: